_κάθε καινούρια αρχή είναι και πιο κοντά στο τέλος .

5.7.12

Αλντεμπαράν


Ήταν όμορφη. Σίγουρα ήταν όμορφη. Δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλή, ούτε κι είχε τις τέλειες αναλογίες. Αλλά ήταν όμορφη. Πιο όμορφη από τις περισσότερες.
Ανέβαινε πάντα στο λεωφορείο θυμωμένη. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεχες πάνω της. Αυτό και τα μαλλιά της. Όταν ήταν στο κατάλληλο μήκος, θύμιζαν μποέμ καλλιτέχνιδα στο Παρίσι της μαγικής δεκαετίας του ’20.
Δεν της άρεσαν πολύ οι άνθρωποι. Νόμιζε πως έβλεπε στα πρόσωπα τους τον εαυτό της κι αυτό την αηδίαζε. Ντρεπόταν και φοβόταν μη γίνει κάποια μέρα σαν κι αυτούς. Δεν ήταν αυτό που την καθόριζε όμως. Όχι το μίσος. Όσους αγαπούσε, τους αγαπούσε πολύ. Σαν αυτούς τους λίγους ανθρώπους που γεννιούνται κάθε δεκαετία και δεν πρέπει ποτέ να τους δεις να κλαίνε αλλά που είσαι καταδικασμένος να τους πληγώσεις αν βρεθείς πολύ κοντά τους.
Είχε ταλέντο. Είχε ταλέντο σε πολλά πράγματα: στον τρόπο που περπατούσε στο δρόμο, στον τρόπο που ανέβαινε τις σκάλες, στον τρόπο που γελούσε μαζί σου, όταν έτρωγε, στο πως καταλάβαινε τον κόσμο γύρω της κοιτάζοντας τον. Δεν σ’ άφηνε να το αντιληφθείς, αλλά το βλέμμα της στεκόταν σε κάθε τι που το δικό σου δεν έδινε σημασία. Ύστερα, γυρνούσε στο σπίτι και το ‘γραφε σ’ ένα χαρτί και το έκλεινε σε κάποιο συρτάρι. Άμα το διάβαζες, καταλάβαινες, και τότε τρόμαζες κι ένιωθες λίγος. Για λίγο όμως. Γιατί μετά σε παρέσυρε απλά το δικό της πολύ και ήταν ωραία.
Ήθελε να βρει τον εαυτό της, κι αυτό ήταν το λάθος. Ένα λάθος που κάνουμε όλοι κάποια στιγμή. Ακόμα κι εκεί είχε όμως μια γοητεία. Όχι την κλασσική, του χάους. Περπατούσε σ’ ένα τεντωμένο σκοινί και κάθε λεπτό υπήρχε ο κίνδυνος να πέσει στο κενό, κι από ‘κει στην θάλασσα κι εκεί να ζήσει πια με τα φύκια και να μην την ξαναδεί κανείς. Κάθε της βήμα ήταν ασταθές, κι όμως πάντα τα κατάφερνε.
Έμοιαζε πολύ με τον φόβο. Όπως κι εκείνος, έτσι κι αυτή ήταν η κινητήρια δύναμη μιας ζωής που έβρισκε τα πατήματα της. Είτε ήταν πολύ κοντά, είτε τόσο μακριά που πια φαινόταν σαν μια κουκίδα χωρίς μάτια και χείλη και στήθος.
Δεν της άρεσαν τα μεγάλα λόγια. Ούτε να μιλάς όμορφα γιαυτήν. Τρόμαζε. Αποφάσιζε να μη δει την ομορφιά της, κι έτσι ότι κι αν έλεγες της φαινόταν υπερβολικό. Αδυνατούσε να φανταστεί ότι σέναν τόσο άσχημο κόσμο μπορούσε να υπάρχει κάτι που να μην είναι αποκρουστικό. Ναι, ήταν καχύποπτη. Όταν όμως αφηνόταν έμοιαζε με μια μικρή πολύχρωμη μπίλια που τρέχει σε μια απέραντη κατηφόρα. Τίποτα δεν μπορούσε να την σταματήσει.
Θα μπορούσες να μη γράψεις ξανά, και να είσαι ο αγαπημένος φίλος που θα έπεφτε μαζί της στα πατώματα και θανέβαινε μαζί της στην κορυφή ενός ουρανοξύστη της Νέας Υόρκης, για να μη νιώθει μόνη και να συνεχίζει να γράφει. Γιατί απλά σαρέσει ο τρόπος που βλέπει τα πράγματα. Κι ίσως ακόμα, γιατί πάντα θεωρούσες ότι η λογική των ανθρώπων στα βιβλία της Βιρτζίνια Γουλφ είναι πολύ πιο ανθρώπινη και πραγματική απαυτή του 21ου αιώνα. Αλλά πρέπει να το αξίζεις. Ή να είσαι τυχερός. Γιαυτό και τώρα μισείς τόσο την αδυναμία σου να ζήσεις έξω απτα όρια που έβαλες στον εαυτό σου. Κι ας μην φταις εσύ γιαυτό.

Να, τώραΔεν μπόρεσες να συγκρατηθείς. Είπες πολλά. Κι αυτόν τον μελοδραματισμό πια τον έχεις παντρευτεί ενώπιον Θεού και ανθρώπων και χρόνια τώρα αρνείται να σου δώσει διαζύγιο.
Αλλά αφού μπροστά της η Σύλβια Πλαθ είναι ένα κακομαθημένο κοριτσάκι, τι άλλο μπορούσες να κάνεις ;



2 σχόλια:

  1. Ανώνυμος6/7/12, 1:46 π.μ.

    τι απο δω και πέρα έτσι θα γράφεις??
    :(

    με γειά το άουτφιτ πάντως!

    ΑπάντησηΔιαγραφή