_κάθε καινούρια αρχή είναι και πιο κοντά στο τέλος .

29.2.12

Βαρύ κι ασήκωτο. Βέβαια.

Έχω χρόνια να πάω στο κομμωτήριο.
Κανείς δεν το καταλαβαίνει, αλλά
είναι επιλογή μου, συνειδητή και τεκμηριωμένη,
να μην θέλω να κάθομαι
ανήμπορος
σε μια καρέκλα και ν' αφήνω
κάποιον άγνωστο να κάνει
ό, τι του αρέσει,
έχοντας την ψευδαίσθηση ότι ακολουθεί
δικές μου οδηγίες.
Βέβαια.
Γιατί όλη η ζωή μου είναι έτσι-
και ίσως και η δική σας,
αγαπητοί μου φίλοι-
και μιας και δεν μπορώ να κάνω
τίποτα για να το αλλάξω αυτό,
απολαμβάνω τις λίγες στιγμές
ελευθερίας
που μου επιτρέπονται,
ρίχνοντας ψαλιδιές αριστερά και δεξιά στα μαλλιά μου.
Βέβαια.
Το αποτέλεσμα όμως είναι άσχημο
και πολλές φορές μάλιστα, ντρέπομαι να βγω στο δρόμο.
Αλλά να, λέω στον εαυτό μου,
έτσι είναι, το 'χουν πει κι άλλοι,
βαρύ το τίμημα της ελευθερίας.

Έτσι δεν είναι,
αγαπητοί μου φίλοι;
Βέβαια.
Έτσι, έτσι, έτσι.

28.2.12

Στην υπόκλιση, του πετάξανε τριαντάφυλλα

Πληρώσανε όλοι το εισιτήριο,
    οι φίλοι,
και περάσανε μέσα να δούνε
που έκανε
      παράσταση
                τη ζωή του.
Σιωπήσανε ευγενικά,
         όπως
        έπρεπε
κι ακούσανε προσεκτικά- έτσι
                                     νομίζανε-
κάθε λέξη.
Κάπου γελάσανε λίγο
  -στην σκηνή που ήταν μόνος στο μπάνιο-
      αλλά σοβάρεψαν ξανά
               γρήγορα.
Στο τέλος
     πετάξανε τριαντάφυλλα
                  και χειροκροτήσανε.
Βγήκανε μαζί από το θέατρο
                            και πήγαν να γιορτάσουν την
        επιτυχία
   με μερικές μπίρες.
Στην αρχή
                     όλα ήταν εντάξει
αλλά όσο περνούσε η ώρα
 στα πρόσωπα τους άρχισε
    να εμφανίζεται η
            απορία,
                                    γιατί
παρά την μεγάλη
      επιτυχία της παράστασης
εκείνος
      ήταν μπλε και λυπημένος.
 Έκαναν υπομονή- όσο άντεξαν,
                                                 δεν τους κατηγορώ-
 αλλά κάποια στιγμή 
     τον ρωτήσανε:
"Αφού τελείωσε το θέατρο,
             γιατί
συνεχίζεις να υποδύεσαι τον ρόλο;"
"Γιατί τόσο δράμα,
                  ενώ όλοι-
    κοίτα γύρω!-
περνάνε 
       τόσο 
          καλά;"
                                                             Εκείνος
                                                           γέλασε
                                           γιατί δεν κατάλαβε
                               τον τόνο της φωνής τους
αλλά εκείνοι
  συνέχισαν να 
    τον κοιτάζουν
                          σοβαρά,
 μέχρι που 
βαρεθήκανε                           την υποτιθέμενη σαπίλα του
     και 
  φύγανε.



                Όταν τον βρήκαν να αιωρείται στην κουζίνα,
                                 κατάλαβαν.


23.2.12

(Θα) Περιμένω

Το τηλέφωνο χτυπάει.

"Ναι;", λέει εκείνη.
"Εγώ είμαι", λέει εκείνος.
Σιωπή εκείνη.
"Θέλω να σου μιλήσω", λέει εκείνος.
"Εγώ δεν θέλω", λέει εκείνη.
"Θα σε περιμένω στο..."
"Δεν θα έρθω"
"Εγώ θα περιμένω. Θα περιμένω στο μέηλ του πανεπιστημίου"
Σιωπή ξανά εκείνη.
"Θα περιμένω μέχρι να έρθεις", λέει εκείνος.

20.2.12

Κυκλοκυκλοθυμία


Διαβάζω, χωρίς να καταλαβαίνω τι,
μόνο τα δικά μου καταλαβαίνω,
που καίγονται μέσα σε καταπράσινες φιλίες,
αρχαιολογικά μνημεία
ανυπολόγιστης αξίας,
ανυπολόγιστης βλακείας,
και αράζω κάτω από ταβάνια
κι ακουμπάω την πλάτη μου σε τοίχους,
κάνοντας έρωτα στην
Μόνο-εκείνη-μου-απέμεινε
αδυναμία μου να τρελαθώ.
Επίτηδες ζω
και το σκέφτομαι καλά κάθε πρωί
και το τεκμηριώνω με επιχειρήματα,
σαν εκκεντρικός και μέινστρημ εξομολογητικός ποιητής
σε έναν κόσμο από τραπουλόχαρτα,
άξιος απόγονος μικροαστών δασκάλων
που τρώνε σάλτσα με μαχαιροπίρουνο.
Ξεφεύγω λίγο από μια αυταπάτη
που βούλιαξε στις λάσπες
και αγγίζω τις ευγενικές/σιχαμερές ψυχές
του ακροατηρίου που παραμένει στις θέσεις του,
"Παρακαλώ, λίγη υπομονή, τελειώνω",
σκορπίζωντας πολύτιμα σωματικά υγρά
σε παρτούζες φαντασίας.
Κάνω αλαζονικές βόλτες
σε ένα χωριό κρετίνων/ηλιθίων
και δέχομαι την αξία της ζωής
που σαν φτηνή επιθεώρηση γελάει
με τις περίεργες φάτσες μας.
Μαντρώνω τους ενδοιασμούς
που φτύνουν στο μουνί της θλίψης
και φτιάχνω αλληγορίες
σαν κι αυτές που έφτιαχνες εσύ

Είμαι/δεν είμαι
ζωντανός.

Διαμάντι το μυαλό,
που αποδείχτηκε
κάρβουνο.

11.2.12

Αν τύχει και μπεις, να ανάψεις το φως γιατί έκλεισα τα παντζούρια και είναι σκοτεινά

"Μάλλον βρήκα ευκαιρία να κάνω το στομάχι μου χάλια ξανά.
Αλλά τη νύχτα μεταμορφώνομαι, σαν σούπερ- ήρωας, και μέσα στην ησυχία της απουσίας των ανθρώπων ντύνομαι ότι κοντινότερο έχω στον εαυτούλη μου.
Έπιασα έναν σταθμό με τζαζ του '50 και κάθισα μπροστά από την οθόνη ρουφώντας που και που μερικές γουλιές από μια μπίρα που έχει ζεσταθεί.
Ακόμη ένα βράδυ που πρέπει να ξημερώσει. Και να πάλι που δεν πρέπει να αφήσω την αυτοκαταστροφή να νικήσει.
Καταστρέφομαι πιο πολύ από τότε που έφυγες. Καταστρέφομαι πιο πολύ από τότε που γύρισα. Αλλά αυτό το ξέρεις καλύτερα απ' τον καθένα.
Λες και για να βγουν οι λέξεις πρέπει καταστρέψω ένα κομμάτι μου. Κι ένα κομμάτι σου ίσως. Το στήθος σου. Αυτό που μ' αρέσει πιο πολύ σ' εσένα. Αυτό που σημαίνει να παίρνεις μια ιδέα απ' την πολυδιαφημισμένη ευτυχία.
Αφήνω τη ζωή να με προσπεράσει, βγάζω φλας και σταματάω στην άκρη του δρόμου. Έρχομαι από γιορτή. Θυμάμαι τι ωραία που πέρασα. Θυμάμαι ότι μέθυσα, θυμάμαι ότι βρέθηκα μέσα σου. Πως έγινε κι έφυγα δεν το θυμάμαι. Ας είναι.
Κλείστηκα σε τέσσερις τοίχους και σε ανθρώπους που θυμόμουν ότι μ' αγαπούσαν.
Μια φορά βγήκα όλο κι όλο. Τρου στόρυ.
Δεν μετρούσα τα ποτήρια που γέμιζα και είχα μεθύσει. Κατέβηκα από το σπίτι και πήρα το 25. Ήταν άδειο. Έφτασα στο κέντρο, κατέβηκα και πήρα το 2. Έβγαλε φλας και κατέβηκα στη στάση που θυμόμουν πως ήταν το σπίτι σου. Ανέβηκα το δρόμο που ανεβαίναμε μαζί, ανυπόμονοι να ξεγυμνωθούμε στο πάτωμα ή στο μονό σου κρεβάτι. Σταμάτησα κάτω από το παράθυρο της κουζίνας. Δεν είχε φως. Άραγε μένει κάποιος εκεί τώρα;
Άναψα ένα τσιγάρο και κάθισα στο πεζοδρόμιο, ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι με το ποδήλατο στον τοίχο. Στο πέμπτο τσιγάρο είχα ξεμεθύσει λίγο και κατάλαβα επιτέλους πως δεν θα έβγαινες στο παράθυρο να με φωνάξεις μέσα.
Αλλά νηφάλιος είναι δύσκολο να βρίσκεσαι στο δρόμο. Έζησα για μια φορά ακόμη την απουσία σου όπως τότε στην αρχή, το ίδιο δυνατά, να μου ξεσκίζει το στομάχι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
Ιδρωμένος και φοβισμένος μέχρι τις τελευταίες τρίχες των ποδιών μου, έφτασα σπίτι.
Είχα κάνει την ηρωική μου έξοδο και είχε καταλήξει σε μακελειό, καταδικασμένη από την αρχή σε μια αποτυχία που είχα ποντάρει πάνω της όλα μου τα λεφτά.
Αλλά φλυαρώ. Και το κακό είναι ότι φλυαρώ μελοδραματικά.
Συγχώρεσε με. Είναι που μαζεύτηκαν πολλές σκατένιες μέρες κι όσο προσπαθώ να τους ξεφύγω, τόσο βυθίζομαι μέσα τους.
Θα θυμώσεις που μιλάω για μας έτσι, από ένα γαμημένο μπλογκ ενώ θα μπορούσα να τα είχα στείλει όλα αυτά σ' ένα γράμμα, σ' ένα μήνυμα, να σου τα είχα πει από κοντά ακόμα. Είναι που στο τελευταίο εκατοστό εδάφους πριν το κενό ήταν τα γράμματα, τα μηνύματα, τα λόγια και το στήθος σου και δεν τολμάω να πλησιάσω τίποτα από αυτά όσο επιμένεις να μη γυρίζεις.
Αλλά μην ανησυχείς. Θα μας καμουφλάρω. Εσένα σε λένε Αντιγόνη κι εμένα Ιεροκλή. Ορίστε. Τώρα δεν θα σε καταλάβει κανένας. Ούτε κι εμένα. Θα μπορέσουμε να ζήσουμε κρυμμένοι κι ευτυχισμένοι για πάντα κάνοντας μόνο σεξ.
Ξημερώνει. Ας είναι. Θα πιω έναν καφέ ή θα συνεχίσω με την μπίρα. Αναρωτιέμαι τι να κάνεις εσύ.
Ίσως αν κοιμηθώ να μην αναρωτιέμαι για λίγο. Αύριο με τη δουλειά θα ξεχαστώ έτσι κι αλλιώς.
Να είσαι καλά. Όταν θα συγχωρέσω τον εαυτό μου για κάθε στιγμή που δεν σε έκανα να γελάς, θα είμαι κι εγώ καλύτερα.
Να ντύνεσαι καλά."



Κάποια στιγμή σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα. Μ' έτρωγε η περιέργεια τι μπορεί να έγραφε τόση ώρα. Σηκώθηκα και πλησίασα το γραφείο. Είχε αφήσει το χαρτί χωρίς να το κρύψει σε κάποιο συρτάρι.  Ήταν μεθυσμένος. Διάβασα τι είχε γράψει και πρέπει να παραδεχτώ ότι μου άρεσε. Είχα καιρό να γράψω κάτι καλό κι έτσι του το έκλεψα. Το πιο πιθανό είναι να μη θυμάται τίποτα από όλα αυτά το πρωί. Έκλεισα την πόρτα προσεκτικά να μην κάνω θόρυβο και γύρισα στο σπίτι.

4.2.12

Χρωστούμενα


Χρωστάω σε
τρεις τράπεζες,
τον βενζινά,
τον σπιτονοικοκύρη,
τον μπακάλη,
μια παλιά γκόμενα,
δυο γονείς,
τον φούρναρη,
τον υδραυλικό,
έναν φίλο,
έναν άλλο φίλο
και τον ψυχίατρο
(που πήγα για να με
βοηθήσει να
ξεπεράσω το
άγχος που με
έπιασε επειδή
χρωστούσα σε
όλους τους
υπόλοιπους).

Και μετά μου λες
χιονίζει !

3.2.12

Ανώριμη Ειρωνία


Έχεις προβλήματα.
Λες, εντάξει,
όλοι έχουν προβλήματα.
Τα βάζεις κάτω και τα ξεπερνάς.
Κι ύστερα έρχονται κι άλλα
μεγαλύτερα προβλήματα.
Και λες, ας είναι
και τα ξεπερνάς κι αυτά.
Κι ύστερα καταλαβαίνεις
ότι πάντα θα έχεις προβλήματα.
Κι αν πάλι πεις
ας είναι, εντάξει
τότε σε λένε ώριμο.
Γιατί η ωριμότητα, άκουσα
είναι η δυνατότητα να
ξεπερνάς τα προβλήματα.
Σταματάς να είσαι παιδί, μεγαλώνεις.
Είναι πολύ αργά για να τα παρατήσεις
και πολύ νωρίς ακόμη.
Έτσι συνεχίζεις.
Κι ας μην ξέρεις που πας.
Αυτό δεν ενοχλεί κανέναν.
Γιατί κανένας δεν ξέρει που πηγαίνει.
Είναι όμως πολύ ώριμος
για να τον σταματήσει μια τέτοια
χαζή αιτία.
Όλα δένουν όμορφα μαζί.
Όλες οι μεγάλες αρετές
δένουν όμορφα μαζί.
Η αγάπη και η εμπιστοσύνη
και η τιμιότητα και η αξιοπρέπεια.
Κοίταξε γύρω
έναν ωραίο και ώριμο
κόσμο!
Κι αν μπορέσεις να
ξανασηκωθείς από το κρεβάτι σου
τότε σου αξίζει
και του αξίζεις .

30.1.12

Εν Ψυχρώ


Ήταν βραδάκι νομίζω όταν ήρθε
κι είχα ήδη φορέσει τις παντόφλες μου
και καθόμουν μπροστά στην τηλεόραση.
Του άνοιξα, τον χαιρέτησα ευγενικά
και του είπα να περάσει μέσα.
Ήταν καλός άνθρωπος,
με το μαγαζάκι του, την οικογένεια του
και τον φόβο μη ποτέ μάθει ποιος πραγματικά ήταν.
Του πρόσφερα καφέ και μου είπε τα νέα του
κι ύστερα με ρώτησε να του πω κι εγώ τα δικά μου.
Ντράπηκα όμως.
Γιατί εγώ δεν ήμουν καλός άνθρωπος
κι ούτε μαγαζάκι είχα, ούτε οικογένεια
- εντάξει στο φόβο μοιάζαμε, αλλά μόνο εκεί-
κι έτσι προσπάθησα να το αποφύγω αλλάζοντας κουβέντα.
Φάνηκε πως το κατάλαβε
και πήρε ένα υπεροπτικό βλέμμα
και με κοίταζε πια
υποτιμητικά και με λύπηση
-ήταν καλός άνθρωπος, είπαμε-
κι αποφάσισε να με συμβουλεύσει απ' έξω απ' έξω
γιατί στο κάτω- κάτω δική μου ήταν η ζωή
κι εκείνος τα ήξερε τα όρια και μέχρι που τον έπαιρνε
και που έπρεπε να σταματήσει.
Δεν τα θυμάμαι όλα όσα μου είπε,
μόνο κάποιες σκόρπιες φράσεις
για το νόημα της ζωής,
την χαρά της οικογένειας,
μια καλή δουλίτσα
και την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου
για όσα πραγματικά μας ενδιαφέρουν.
Μετά τον σκότωσα.
Ο δικηγόρος μου λέει πως θα υποστηρίξουμε ότι
το έγκλημα έγινε "εν βρασμώ ψυχής",
αλλά δεν είμαι τόσο σίγουρος αν αυτό ισχύει.
Νομίζω ότι το σχεδίαζα από καιρό .

22.1.12

Δικαίωμα μου

Δώσαμε μια υπόσχεση.
Τώρα γιατί την παίρνεις πίσω;
Τα μάτια σου
είναι δυο τρύπες χωρίς πάτο,
το ξέρεις αυτό;
Το ξέρω, το ξέρω, το ξέρω...
σταμάτα να επαναλαμβάνεις κάθε 
τι που λέω!
Με μπέρδεψες...
Πάντα με μπερδεύεις.
Γι' αυτό κι εγώ θα κάνω 
ότι θέλω.

Αχά.
Να μάθεις...
 

2.1.12

Μπίμποπ τάιμ

Δεν θυμάμαι το όνομα του, αλλά καθόταν δίπλα μου στο μπαρ κι έπινε ένα κοκκινωπό πράγμα που μύριζε σαν ληγμένο, φτηνό άρωμα. Φαίνεται ήθελε να μιλήσει σε κάποιον και μάλλον βρήκε την ευκαιρία μαζί μου.

" Είμαι ακόμη ένας που πιστεύει πως δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα
σ' αυτό το γαμημένο μπουρδέλο.
Και τι έγινε; 
Θα πουν δυο τρεις μαλακίες
όσοι με ξέρουν
κι όσοι πιστεύουν πως με ξέρουν
κι εγώ πάλι δεν θα καταφέρω να πω τίποτα για τον εαυτό μου
γιατί κανείς δεν ακούει αυτούς 
που πιστεύουν ότι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα 
σ' αυτό το γαμημένο μπουρδέλο.
Αυτοί που παράγουν τη ζωή
ας κανονίσουν να τα βγάλουν πέρα.
Άλλωστε δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις.
Δεν ξυπνάς ένα πρωί και λες "άλλαξα".
Ο κόσμος συνεχίζει να είναι σκατένιος.
Τα πουλιά συνεχίζουν να κελαηδάνε.
Τι ωραία που θα ήταν να υπήρχαν ακόμη τα τηλεγραφήματα,
να σηκώσω το ακουστικό
και να υπαγορεύσω σε κάποια όμορφη υπάλληλο
πέντε λέξεις για 'κείνη
και να τσακιστούν να της τις μεταφέρουν
γιατί τους πληρώνω γαμώτο.
Τι ωραία που θα ήταν.
Αλλά τώρα απλώς καλώ και ακούω μια γαμημένη κασέτα
να με πληροφορεί πως
ο συνδρομητής που κάλεσα δεν είναι διαθέσιμος.
Το ξέρω, τα παρουσιάζω όπως θέλω.
Ας είναι.
"Δεν το συνήθισες ακόμα;", θα της έλεγα.
Δεν πειράζει, ίσως είναι ακόμα νωρίς."

Κι ο πούστης συνέχισε να μιλάει λες και διάβαζε κάποιο γαμημένο ποίημα.

18.12.11

Δε γκρέητ Μάιλς Ντέιβις

Ο Μάιλς Ντέιβις σηκώθηκε ένα βράδυ από το κρεβάτι του με τα νεύρα του τεντωμένα, σαν σκοινιά που κρατάνε κρεμασμένους ενώ τους χορεύει ο αέρας.

Το δωμάτιο ήταν άδειο, τα φώτα σβηστά κι εκείνος θαρρείς πως φωσφόριζε με το άσπρο του φανελάκι και το άσπρο σώβρακο.

Πήρε ένα σχεδόν άδειο μπουκάλι τζιν από το πάτωμα και κούμπωσε μ' αυτό το στόμα του στραγγίζοντας το μέχρι να μείνει σκέτο γυαλί με μια πολύχρωμη ετικέτα.

"Είμαι ο Μάιλς Ντέιβις γαμώ το μπελά μου!", ούρλιαξε σπάζοντας την ησυχία της νύχτας, κάνοντας την κομμάτια να την μαζεύεις με την ηλεκτρική σκούπα.

"Γράφω την καλύτερη μουσική στον κόσμο!¨, συνέχισε στον ίδιο τόνο.

"Δεν υπάρχει κανείς σαν εμένα, διάολε!", είπε κι άρχισε να γελάει μ' ένα γέλιο παρανοϊκό, που νόμιζες πως έβγαινε από τρομπέτα.


Μετά, πήρε μια βαθιά ανάσα, τα μάτια του γαλήνεψαν κι έπεσε να κοιμηθεί.

Δεν έπαιξε μουσική, δεν έγραψε μουσική, δεν τρύπησε τη φλέβα του με καμιά βελόνα, δεν έκανε τίποτα το αξιοσημείωτο, τίποτα αντάξιο του Μάιλς Ντέιβις. 

Απλώς πήρε μια βαθιά ανάσα, έκλεισε τα γαληνεμένα του μάτια και βυθίστηκε στον ύπνο .  

2.12.11

Καναπέδες, φούστες και όνειρα

Πάει κάμποσος καιρός.
Έξω έμοιαζε να χιονιζει και μύριζε χριστούγεννα. Αλλά τίποτα από αυτά πραγματικά δεν συνέβαινε. Απλώς έτσι όπως είχα κλείσει το φως, ξεγελάστηκα. Εκείνη μπήκε κουνιστή μέσα στο δωμάτιο, κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα- σταυροπόδι- με κοίταξε κι έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο κατανόησης και συμπαράστασης. Έβγαλε αργά την φούστα της- φουστα δεν φορούσε;- και ξανακάθισε.

"Και τώρα τι κατάλαβες;", τη ρώτησα.
Χαμογέλασε ξανά. Μερικά δόντια της ήταν κίτρινα, αλλά γενικά ήταν όμορφα.
"Τίποτα. Γιάτι πρέπει δηλαδή να καταλάβω κάτι; Απλώς έβγαλα τη φούστα μου"
Έκλεισα τα μάτια μου για να κοιμηθώ. Θα γινόμουνα κι εγώ ένας απ' αυτούς τους άνετους τύπους που έχουν τον υπνο στο τσεπάκι. Τέρμα κι οι μελοδραματισμοί και όλα.
Τα κατάφερα! Βυθίστηκα σ' ένα βαθύ ύπνο. Όχι όμως και χωρίς όνειρα.
Ξάπλωνα λέει στον καναπέ κι εκείνη μπήκε κουνιστή στο δωμάτιο, κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα κι εσκασε ένα πλατύ χαμόγελο γεμάτο κατανόηση και συμπαράσταση.
Άνοιξα τα μάτια μου και πετάχτηκα πάνω. Ήταν ακόμη εκεί, καθισμένη σταυροπόδι- ναι, τώρα είμαι σίγουρος, σταυροπόδι- και συνέχιζε να με κοιτάζει με αυτό το ηλίθιο χαμόγελο.
"Άντε γαμήσου", της είπα.
Σοβάρεψε αμεσως και με κοίταξε με θυμό.
"Τι επαθες τωρα; Άντε γαμήσου εσύ, που θα μου πεις να πάω να γαμηθώ. Μπορείς να μου πεις τι έπαθες;"
Σηκώθηκε κι άρχισε να φέρνει βόλτες στο δωμάτιο, πάνω- κάτω, πάνω- κάτω, με τα πόδια γυμνά.( Αν και είχε χάσει πια τη θηλυκότητα που είχε κάποτε, είχε ωραία πόδια).
Άρπαξε την φούστα της από το πάτωμα και την φόρεσε, σαν να ήθελε να με τιμωρήσει για την συμπεριφορά μου. Με πλησίασε και με έφτυσε. Έφυγε.
Αποφάσισα να ξανακοιμηθώ. Βαθιές εισπνοές και όλα θα πήγαιναν καλά. Έκλεισα τα μάτια μου τόσο σφιχτά που τελικά με πόνεσαν.
Καποια στιγμη με πήρε ο ύπνος.
Ήμουνα λέει ξαπλωμένος στον καναπέ κι εκείνη μπήκε κουνιστή στο δωμάτιο, κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα κι έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο κατανόησης και συμπαράστασης.
Ξύπνησα ξανά, κινδυνεύοντας να πέσω από το κρεβάτι. Σκατά! Είχα νευριάσει με τον εαυτό μου αλλά και μ' εκείνη και το καταλάβαινα πως θα περνούσε πολύς καιρός μέχρι να καταφέρω να κοιμηθώ με την ησυχία μου ξανά.
Άνοιξα ένα μπουκάλι τζιν που είχα στο σπίτι και κάθισα στον καναπέ. Κάθισα και περίμενα πότε θα καταφέρω να βγάλω από το μυαλό μου αυτή τη γαμημένη σκηνή. Οι ώρες πέρασαν, μετά οι μέρες, οι βδομάδες, μπήκαμε στον πρώτο μηνα, το δεύτερο κοκ. Το μπουκάλι είχε τελειώσει. Κι εγώ καθισμένος εκεί να περιμένω υπομονετικά. Έμαθα απ' εξω κάθε εκατοστό του δωματίου, κάθε μικρή λεπτομέρεια.
Ώσπου χτύπησε το κουδούνι. Σηκώθηκα και άνοιξα. Ήταν εκείνη. Φιληθήκαμε σταυρωτά, μπήκε μέσα- φορούσε παντελόνι αυτή τη φορά- κάθισε και τα είπαμε σαν φίλοι.


Αφιερωμένο στο ντ .




19.11.11

Τέλος πια οι μελοδραματισμοί

Είδα ένα ντοκιμαντέρ σήμερα, στην κρατική τηλεόραση νομίζω, που δυο έντομα κάνανε σεξ. 
Το αρσενικό είχε καβαλήσει το θηλυκό και του δίνανε να καταλάβει. Αναρωτήθηκα αν το απολάμβαναν.
Έδειχναν να το ευχαριστιούνται πάντως.
Έκλεισα την τηλεόραση, έκανα μπάνιο, έφαγα, ήπια μια μπίρα, αλλά τα δυο έντομα συνέχιζαν να είναι στο μυαλό μου. 
Γαμημένοι μικροί εγκέφαλοι- ή και καθόλου εγκέφαλοι, δεν είμαι σίγουρος- που δεν έχουν άλλες σκοτούρες.
Κι εμείς εδώ να ερωτευόμαστε και να γράφουμε στίχους, να τρώμε και να ζωγραφίζουμε πίνακες, να απογοητευόμαστε που δεν έχουμε την τέλεια ζωή και να βγάζουμε φωτογραφίες.
Ανάθεμα με αν έστω κι ένας από μας ξέρει τι θέλει να πετύχει. Ίσως να κάνει τη ζωή του πιο υποφερτή, ίσως να την αλλάξει εντελώς, ίσως να βρει το ΝΟΗΜΑ.
Σκατούλες. Μόνο αυτό μένει στο τέλος. 

Σάββατο, 19 του Νοέμβρη 2011, 1:56 π.μ
Είμαι ο Χένρυ και είμαι καλά.
...
Ουπς, δεν είμαι ο Χένρυ...Σκατα!
Τώρα πρέπει να το ξαναπιάσω όλο πάλι από την αρχή.... 

18.11.11

Κάποια πράγματα δεν τα καταλαβαίνεις ποτε...

Σήμερα γνώρισα μια γυναίκα που κρατούσε συνεχώς ένα ΤΡΙΑΝΤΆΦΥΛΛΟ. Της άρεσε, λέει, να τρίβει το μουνί της μ' αυτό. Δε μίλησα. Τι να πω, όπως τη βρίσκει ο καθένας.
Δεν θυμάμαι πως τη γνώρισα αλλά θυμάμαι ότι την κέρασα ένα ποτό. Καθίσαμε στο μπαρ. Μιλούσαμε, πίναμε, αλλά εκείνη συνέχιζε πάντα να κρατάει το ΤΡΙΑΝΤΆΦΥΛΛΟ.

Παρήγγειλε κονιάκ κι εγώ ουίσκι. Έπινε γρήγορα και πολύ. Που και που, έφερνε το ΤΡΙΑΝΤΆΦΥΛΛΟ στη μύτη της και το μύριζε. Της ζήτησα να το μυρίσω κι εγώ. Μου το 'δωσε. Μύριζε σαν κανονικό ΤΡΙΑΝΤΆΦΥΛΛΟ. Παρατήρησα ότι δεν είχε κόψει τα αγκάθια. Είδα τα χέρια της. Ήταν γεμάτα πληγές.
Φεύγοντας, της πρότεινα να πάμε σπίτι μου. Ήθελα να δω πως ήταν αυτή η γυναίκα στο κρεβάτι. Ίσως είχε καιρό να πάει με άντρα, γι' αυτό και το ΤΡΙΑΝΤΆΦΥΛΛΟ. Όπως και να 'χει, μου είχε εξάψει την περιέργεια.

Καθίσαμε στον καναπέ. Της έβαλα ακόμη ένα ποτήρι κονιάκ και γέμισα ένα με ουίσκι για μένα. Ήμασταν ήδη λίγο μεθυσμένοι. Πλησίασα και τη φίλησα. Εκείνη ανταποκρίθηκε κι έχωσε τη γλώσσα της στο στόμα μου. Το ΤΡΙΑΝΤΆΦΥΛΛΟ πάντα στα χέρια της.
Την ξάπλωσα στο κρεβάτι και της έσκισα το πουκάμισο. Έβγαλα το παντελόνι μου και της σήκωσα την φούστα. Το ΤΡΙΑΝΤΆΦΥΛΛΟ πάντοτε στα χέρια της. Μπήκα μέσα της κι ένιωσα τα νύχια της να μπήγονται στο δέρμα μου. 
Όχι! Δεν ήταν τα νύχια. Ήταν το γαμημένο το ΤΡΙΑΝΤΆΦΥΛΛΟ με τα αγκάθια του. Ούρλιαξα από τον πόνο.

"Μη σταματάς", μου είπε εκείνη.

Έβγαλε τα αγκάθια από το δέρμα μου κι έφερε το χέρι της που κρατούσε το ΤΡΙΑΝΤΆΦΥΛΛΟ εκεί που τα σώματα μας ενώνονταν. Τα πέταλα του με γαργαλούσαν.
Αυτό ήταν. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Της είπα να ξεκουμπιστεί και να πάει στο σπίτι της να τρίβεται όσο θέλει με το ΤΡΙΑΝΤΆΦΥΛΛΟ της.
Μπήκα στο μπάνιο, άνοιξα το παγωμένο νερό κι έβαλα το ερεθισμένο μου σώμα από κάτω να συνέλθει.

Όταν βγήκα, τη βρήκα ακόμα ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, με το ΤΡΙΑΝΤΆΦΥΛΛΟ στο μουνί της. Έβγαλα μια κραυγή, της πήρα το ΤΡΙΑΝΤΆΦΥΛΛΟ από τα χέρια και το διέλυσα. Το κάναμε ώσπου τελείωσα.
Εκείνη σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Άκουσα γυαλιά να σπάνε. Την είδα να ξανάρχεται κρατώντας ένα σπασμένο μπουκάλι μπίρα. Πριν προλάβω να αντιδράσω, μου το κάρφωσε στην κοιλιά. Έφυγε. 

Τώρα, κάθομαι και περιμένω τις πρώτες βοήθειες, μ' ένα μπουκάλι μπίρα καρφωμένο στην κοιλιά μου. Ίσως προλάβουν και με σώσουν. Ίσως και όχι.
Κι όλα αυτά για ένα γαμημένο ΤΡΙΑΝΤΆΦΥΛΛΟ.